Τρίτη 2 Απριλίου 2013

«Μη ξεχνάς ποτέ το παρελθόν. Μπορεί να το ξαναχρειαστείς στο μέλλον.»
Μάλκολμ Μπράντμπερι (Άγγλος συγγραφέας και κριτικός)




Τ΄ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης

κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι

κλαίγουν την Αντριανούπολη την πολυκρουσεμένη

όπου τηνε κρουσέψανε τις τρεις γιορτές του χρόνου

του Χριστουγέννου για κηρί και του Βαγιού για βάγια


και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός Ανέστη.




Η Αδριανούπολη, η λατρεμένη πόλη των Θρακών, υπέστη στις 21 Αυγούστου 1905 μια φοβερή καταστροφή από τεράστια πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε μερικές χιλιάδες κτίσματα και άφησε άστεγους χιλιάδες ανθρώπους. Οι καταστροφές έγιναν στο κέντρο της πόλης που οι κάτοικοι ονόμαζαν την περιοχή αυτή «Κάστρο».

Το γεγονός αυτό, καλύφθηκε από τον Αθηναϊκό Τύπο, αλλά ποτέ δεν έγινε γνωστό ποιοι ήταν οι εμπρηστές, αν και δημοσιεύθηκαν πληροφορίες στην Αθήνα, πως οι ύποπτοι για τη βδελυρή πράξη ήταν οι Βούλγαροι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι την εποχή εκείνη είχε κορυφωθεί η προσπάθεια των βουλγαρικών κομιτάτων να ελέγξουν το χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης.

Αξίζει λοιπόν, μελετώντας την ιστορία της Αδριανούπολης, της Μητρόπολης του Θρακικού Ελληνισμού, να αναφέρουμε τις συνέπειες αυτής της καταστρεπτικής πυρκαγιάς.

Σύμφωνα λοιπόν με τα δημοσιεύματα του Αθηναϊκού Τύπου, κάηκαν τότε σχεδόν 4.000 σπίτια, από τα οποία τα 500 περίπου ήταν ελληνικά. Εκτός των σπιτιών είχαν αποτεφρωθεί τότε οι ελληνικές εκκλησίες του Χριστού και της Παναγίας, η έδρα του Βούλγαρου αρχιμανδρίτη, το βουλγαρικό γυμνάσιο, δύο ελληνικά σχολεία, ο Ελληνικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος, ένας καθολικός ναός, δύο καθολικές σχολές, 12 εβραϊκές συναγωγές και ο αρμενικός ναός.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν υπήρξαν θύματα, αν και η κατάσβεση της πυρκαγιάς άργησε πολύ. Όλοι γνωρίζουμε, πώς οι δρόμοι της πόλης τότε ήταν στενοί και τα οικήματα, ξύλινα τα περισσότερα. Άρα ήταν εύκολη και γρήγορη η επέκταση της φωτιάς, αν συνυπολογίσουμε πως ήταν Αύγουστος.

Πέρα από τις υλικές καταστροφές, θα πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε την άμεση εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους πυρόπληκτους, γεγονός που αποδεικνύει την κοινωνική συνοχή του ελληνικού στοιχείου, το οποίο υφίστατο την εποχή εκείνη τόσο τις καταπιέσεις των Οθωμανών, όσο και την επιθετικότητα των Βουλγάρων.

Εκατοντάδες άστεγοι προσέφευγαν στην Μητρόπολη και στο Ελληνικό Προξενείο, ζητώντας βοήθεια. Πρόξενος τότε ήταν ο Κ. Δημαράς.

Αμέσως σχηματίσθηκε μια επιτροπή από προύχοντες της Αδριανούπολης και άλλα μέλη της Φιλοπτώχου Αδελφότητας, που συντόνισαν το έργο της περίθαλψης των πυροπαθών. Επρόκειτο βασικά για τους Ι. Σφήκα, τους Κ. και Α. Δήμησσα, τον Καλλίβουλο και άλλους, οι οποίοι οργάνωσαν πρόχειρους εράνους.

Από την μελέτη σωζωμένων εγγράφων στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών προκύπτει, ότι και άλλες μεγάλες πυρκαγιές, ταλαιπώρησαν την Αδριανούπολη.

Το 1852, σύμφωνα με αναφορά του υποπρόξενου Ιωσήφ Βαρότση η Αδριανούπολη, υπέστη μεγάλες καταστροφές από πυρκαγιά που ξέσπασε στις 22 Ιουλίου, στην μεγάλη αγορά της πόλης και αποτέφρωσε 600 εργαστήρια, χάνια και καφενεία. Στις 21 Ιουλίου είχε γίνει και άλλη μια απόπειρα εμπρησμού σε άλλη αγορά, αλλά η φωτιά κατασβέσθηκε γρήγορα από την Πολιτοφυλακή. Ο Βαρότσης αποδίδει τα αίτια της πυρκαγιάς σε έριδες μεταξύ των Τούρκων.

Μια άλλη πυρκαγιά αναφέρει ο Βαρότσης, ότι κατέκαψε 70 σπίτια στις 17 Φεβρουαρίου 1849.

Οι πυρκαγιές υπήρξαν ο μεγάλος εφιάλτης όλων των πόλεων και συνεχίζουν και σήμερα να είναι μέγιστος κίνδυνος για τη ζωή και την περιουσία όλων των ανθρώπων, σε όλη τη Γη.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι εξ αιτίας των κακών συνθηκών που επικρατούσαν στις πόλεις και την ύπαιθρο, στις αρχές Μαρτίου 1878 ενέσκηψε στην Αδριανούπολη επιδημία τυφοειδούς πυρετού, από τον οποία πέθαιναν κάθε μέρα 10-15 άτομα. Στο Ορτάκιοϊ έπεσε δυσεντερία, εξανθηματικός πυρετός και τύφος. Επιδημία τύφου έπεσε και στη Ραιδεστό.



Sadece balta ama aynı zamanda ağaç suçlama


Προσλήφθηκαν κατά το ρεπορτάζ του «Νεολόγου» ακόμα και «εκμεκτσήδες» δηλαδή ψωμάδες και «σαλεπιτζήδες» που έκαναν τα γνωστά ζεστά ροφήματα, για να ανακουφίσουν τις πρώτες ώρες τους παγωμένους πρόσφυγες.




Η Θράκη, όταν επήλθε η Ρωσική κατοχή δέχθηκε στα εδάφη της πολλά στρατεύματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.ών κομιτάτων να ελέγξουν το χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης.